die metropole
metropole
metʁopo:lə
metropolē

Ορισμός και σημασία του "metropole"στα γερμανικά

01

μητρόπολη, μεγάλη πόλη

Eine sehr große und wichtige Stadt mit vielen Einwohnern und viel Wirtschaft 
die Metropole definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Metropolen
γενική πτώση
Metropole
Παραδείγματα
Berlin ist eine wichtige Metropole in Deutschland. 

Το Βερολίνο είναι μια σημαντική μητρόπολη στη Γερμανία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store