mental
men
ˈmɛn
men
tal
ta:l
tal

Ορισμός και σημασία του "mental"στα γερμανικά

01

διανοητικός, ψυχικός

Die Psyche oder Denkprozesse betreffend 
mental definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Stress kann zu mentaler Erschöpfung führen. 

Το άγχος μπορεί να οδηγήσει σε ψυχική εξάντληση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store