die Menge
Pronunciation
/ˈmɛŋə/

Ορισμός και σημασία του "menge"στα γερμανικά

01

μεγάλη ποσότητα, σωρός

Eine große Anzahl oder ein großes Maß von etwas
die Menge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Menge
πληθυντικός τύπος
Mengen
Παραδείγματα
Er trinkt eine Menge Wasser.
Πίνει μεγάλη ποσότητα νερού.
02

πλήθος, συγκέντρωση

Viele Menschen an einem Ort
die Menge definition and meaning
Παραδείγματα
Die Menge jubelte dem Fußballteam zu.
Το πλήθος ζητωκρότησε την ομάδα ποδοσφαίρου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store