die meisterschaft
meisterschaft
maɪ̯stɐʃaft
maistshaft
meisterhaft

Ορισμός και σημασία του "meisterschaft"στα γερμανικά

Die Meisterschaft
01

κατακτητικότητα, επιδεξιότητα

ein sehr hohes Maß an Können oder Fertigkeit in einem Bereich 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Meisterschaft
πληθυντικός τύπος
Meisterschaften
Παραδείγματα
Er zeigte große Meisterschaft im Umgang mit dem Werkzeug. 

Έδειξε μεγάλη μαεστρία στη χρήση του εργαλείου.

02

πρωτάθλημα, τίτλος

Ein großer Wettbewerb, bei dem der beste Spieler oder das beste Team als Meister gekürt wird 
Παραδείγματα
Die Mannschaft hat die Meisterschaft gewonnen. 

Η ομάδα κέρδισε το πρωτάθλημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store