Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Meisterschaft
01
κατακτητικότητα, επιδεξιότητα
ein sehr hohes Maß an Können oder Fertigkeit in einem Bereich
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Meisterschaft
πληθυντικός τύπος
Meisterschaften
Παραδείγματα
Er zeigte große Meisterschaft im Umgang mit dem Werkzeug.
Έδειξε μεγάλη μαεστρία στη χρήση του εργαλείου.
02
πρωτάθλημα, τίτλος
Ein großer Wettbewerb, bei dem der beste Spieler oder das beste Team als Meister gekürt wird
Παραδείγματα
Die Mannschaft hat die Meisterschaft gewonnen.
Η ομάδα κέρδισε το πρωτάθλημα.



























