Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Mehrwertsteuer
[gender: feminine]
01
φόρος προστιθέμενης αξίας, ΦΠΑ
Eine Steuer auf den Mehrwert von Waren und Dienstleistungen in jeder Produktionsstufe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Mehrwertsteuer
πληθυντικός τύπος
Mehrwertsteuern
Παραδείγματα
Unternehmen können die Mehrwertsteuer absetzen.
Οι επιχειρήσεις μπορούν να αφαιρέσουν τον ΦΠΑ.



























