die Mehrheit
Pronunciation
/ˈmeːɐ̯haɪ̯t/

Ορισμός και σημασία του "mehrheit"στα γερμανικά

01

πλειοψηφία, περισσότεροι

Der größere Teil einer Gruppe oder Menge, meist mehr als die Hälfte
die Mehrheit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Mehrheit
πληθυντικός τύπος
Mehrheiten
Παραδείγματα
Er gewann mit einer Mehrheit von 60 %.
Κέρδισε με πλειοψηφία 60%.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store