die mehrheit
mehrheit
me:ɐ̯haɪ̯t
mehait

Ορισμός και σημασία του "mehrheit"στα γερμανικά

01

πλειοψηφία, περισσότεροι

Der größere Teil einer Gruppe oder Menge, meist mehr als die Hälfte 
die Mehrheit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Mehrheiten
γενική πτώση
Mehrheit
Παραδείγματα
Die Mehrheit der Bürger stimmte für die neue Politik. 

Η πλειοψηφία των πολιτών ψήφισε υπέρ της νέας πολιτικής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store