Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Meditation
[gender: feminine]
01
διαλογισμός, στοχασμός
Eine Übung, bei der man ruhig sitzt und sich auf den Atem oder Gedanken konzentriert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Meditation
πληθυντικός τύπος
Meditationen
Παραδείγματα
Es gibt verschiedene Arten von Meditation.
Υπάρχουν διάφοροι τύποι διαλογισμού.
Λεξικό Δέντρο
meditation
meditate



























