Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Massage
[gender: feminine]
01
μαλάκωμα, θεραπεία μαλάκωσης
Eine manuelle Behandlung des Körpers, bei der Muskeln und Weichteile durch Druck
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Massage
πληθυντικός τύπος
Massagen
Παραδείγματα
Es gibt verschiedene Arten von Massagen, wie z.B. schwedische Massage oder Sportmassage.
Υπάρχουν διάφοροι τύποι μασάζ, όπως για παράδειγμα το σουηδικό μασάζ ή το αθλητικό μασάζ.



























