Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Maschine
[gender: feminine]
01
μηχανή, συσκευή
Ein technisches Gerät, das Arbeit verrichtet
Παραδείγματα
Die Maschine läuft automatisch.
Η μηχανή λειτουργεί αυτόματα.
02
αεροπλάνο, συσκευή
Ein Flugzeug, besonders im technischen oder informellen Sprachgebrauch
Παραδείγματα
Die Maschine hat Verspätung.
Η μηχανή έχει καθυστέρηση.


























