die maschine
masch
ˈmaʃ
mash
i
i:
i
ne

Ορισμός και σημασία του "maschine"στα γερμανικά

01

μηχανή, συσκευή

Ein technisches Gerät, das Arbeit verrichtet 
die Maschine definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Maschine
πληθυντικός τύπος
Maschinen
Παραδείγματα
Die Waschmaschine ist kaputt. 

Το πλυντήριο μηχάνημα είναι σπασμένο.

02

αεροπλάνο, συσκευή

Ein Flugzeug, besonders im technischen oder informellen Sprachgebrauch 
die Maschine definition and meaning
Παραδείγματα
Die Maschine startet um 8 Uhr. 

Η μηχανή ξεκινά στις 8.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store