Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Maschine
01
μηχανή, συσκευή
Ein technisches Gerät, das Arbeit verrichtet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Maschinen
γενική πτώση
Maschine
Παραδείγματα
Die Waschmaschine ist kaputt.
Το πλυντήριο μηχάνημα είναι σπασμένο.
02
αεροπλάνο, συσκευή
Ein Flugzeug, besonders im technischen oder informellen Sprachgebrauch
Παραδείγματα
Die Maschine startet um 8 Uhr.
Η μηχανή ξεκινά στις 8.
LanGeek



























