Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
marschieren
[past form: marschierte]
01
βαδίζω, παρελαύνω
Im Gleichschritt und ordentlich gehen, oft als Soldaten oder bei einer Parade
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
marschiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
marschiert
ενεστώτα μετοχή
marschierend
απλός αόριστος
marschierte
παθητική μετοχή
marschiert
Παραδείγματα
Sie mussten stundenlang marschieren.
Έπρεπε να βαδίζουν επί ώρες.



























