Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
marschieren
01
βαδίζω, παρελαύνω
Im Gleichschritt und ordentlich gehen, oft als Soldaten oder bei einer Parade
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
marschiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
marschiert
ενεστώτα μετοχή
marschierend
απλός αόριστος
marschierte
παθητική μετοχή
marschiert
Παραδείγματα
Die Soldaten marschieren durch die Stadt.
Οι στρατιώτες βαδίζουν μέσα από την πόλη.



























