das make-up
make
me:kʔap
mekap
up

Ορισμός και σημασία του "make-up"στα γερμανικά

01

μακιγιάζ, καλλυντικό

Die Gesamtheit der kosmetischen Mittel, die auf das Gesicht aufgetragen werden 
das Make-up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Make-ups
Παραδείγματα
Sie trägt nur sehr wenig Make-up. 

Φοράει μόνο πολύ λίγο μακιγιάζ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store