der magier
magier
ma:giɐ
magi
magermanier

Ορισμός και σημασία του "magier"στα γερμανικά

01

μάγος, γοητής

Eine Person, die Magie ausübt oder zaubert 
der Magier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Magier
αρσενικό ενικό
Magier
θηλυκό ενικό
Magierin
neutral form
magische Person
γενική πτώση
Magiers
Παραδείγματα
Der Magier zeigte beeindruckende Zaubertricks. 

Ο μάγος έδειξε εντυπωσιακά μαγικά κόλπα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store