die lust
lust
lʊst
loost
brustbewusst

Ορισμός και σημασία του "lust"στα γερμανικά

01

επιθυμία, όρμη

Ein positives Gefühl, etwas tun zu wollen 
die Lust definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Lüste
γενική πτώση
Lust
Παραδείγματα
Ich habe Lust auf Pizza. 

Lust με κάνει να νιώθω ότι θέλω να φάω πίτσα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store