die luft
luft
lʊft
λουφτ
duft

Ορισμός και σημασία του "luft"στα γερμανικά

01

αέρας, ατμόσφαιρα

Die unsichtbare Mischung aus Gasen, die wir atmen 
die Luft definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Luft
Παραδείγματα
Die Luft ist frisch. 

Ο αέρας είναι φρέσκος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store