der luftreiniger
luft
ˈlʊft
λουφτ
rei
ʁaɪ
ραι
ni
νι
ger
γκ

Ορισμός και σημασία του "luftreiniger"στα γερμανικά

Der Luftreiniger
01

καθαριστής αέρα, απολυμαντικός αέρα

Gerät, das die Luft von Schadstoffen, Staub oder Gerüchen befreit 
der Luftreiniger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Luftreiniger
γενική πτώση
Luftreinigers
Παραδείγματα
Der Luftreiniger sorgt für bessere Luftqualität in meinem Büro. 

Ο καθαριστής αέρα διασφαλίζει καλύτερη ποιότητα αέρα στο γραφείο μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store