lohnen
loh
ˈlo:
lo
nen
nən
nēn
lehnenlöhnen

Ορισμός και σημασία του "lohnen"στα γερμανικά

lohnen
01

αξίζει τον κόπο, επιβραβεύεται

Den Aufwand oder die Mühe wert sein; einen Nutzen bringen 
lohnen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lohne
γ΄ ενικό πρόσωπο
lohnt
ενεστώτα μετοχή
lohnend
απλός αόριστος
lohnte
παθητική μετοχή
gelohnt
Παραδείγματα
Die Reise hat sich gelohnt! 

Το ταξίδι άξιζε τον κόπο !

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store