Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lohnen
[past form: lohnte]
01
αξίζει τον κόπο, επιβραβεύεται
Den Aufwand oder die Mühe wert sein; einen Nutzen bringen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lohne
γ΄ ενικό πρόσωπο
lohnt
ενεστώτα μετοχή
lohnend
απλός αόριστος
lohnte
παθητική μετοχή
gelohnt
Παραδείγματα
Lohnt sich der Umzug für den Job?
Αξίζει να μετακομίσεις για τη δουλειά;



























