Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lohnen
[past form: lohnte]
01
αξίζει τον κόπο, επιβραβεύεται
Den Aufwand oder die Mühe wert sein; einen Nutzen bringen
Παραδείγματα
Lohnt sich der Umzug für den Job?
Αξίζει να μετακομίσεις για τη δουλειά;


























