lohnen
loh
ˈlo:
lo
nen
nən
nēn

Ορισμός και σημασία του "lohnen"στα γερμανικά

lohnen
[past form: lohnte]
01

αξίζει τον κόπο, επιβραβεύεται

Den Aufwand oder die Mühe wert sein; einen Nutzen bringen
lohnen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lohne
γ΄ ενικό πρόσωπο
lohnt
ενεστώτα μετοχή
lohnend
απλός αόριστος
lohnte
παθητική μετοχή
gelohnt
Παραδείγματα
Lohnt sich der Umzug für den Job?
Αξίζει να μετακομίσεις για τη δουλειά;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store