locken
Pronunciation
/ˈlɔkn̩/

Ορισμός και σημασία του "locken"στα γερμανικά

locken
01

προσελκύω, γοητεύω

Jemanden oder etwas durch Reize anziehen
locken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
locke
γ΄ ενικό πρόσωπο
lockt
ενεστώτα μετοχή
lockend
απλός αόριστος
lockte
παθητική μετοχή
gelockt
Παραδείγματα
Seine charismatische Persönlichkeit lockt viele Fans an.
Η χαρισματική προσωπικότητά του προσελκύει πολλούς θαυμαστές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store