Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
locken
01
προσελκύω, γοητεύω
Jemanden oder etwas durch Reize anziehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
locke
γ΄ ενικό πρόσωπο
lockt
ενεστώτα μετοχή
lockend
απλός αόριστος
lockte
παθητική μετοχή
gelockt
Παραδείγματα
Das neue Einkaufszentrum lockt Kunden mit Rabatten.
Το νέο εμπορικό κέντρο προσελκύει πελάτες με εκπτώσεις.



























