Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Limousine
01
λιμουζίνα
langes, komfortables Auto, meist für besondere Fahrten oder VIP‑Transport
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Limousinen
γενική πτώση
Limousine
Παραδείγματα
Die Limousine ist schwarz.
Η λιμουζίνα είναι μαύρη.
LanGeek



























