die limousine
li
li
λι
mou
mu
μου
si
ˈzi:
ζι
ne
nə
να

Ορισμός και σημασία του "limousine"στα γερμανικά

01

λιμουζίνα

langes, komfortables Auto, meist für besondere Fahrten oder VIP‑Transport 
die Limousine definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Limousinen
γενική πτώση
Limousine
Παραδείγματα
Die Limousine ist schwarz. 

Η λιμουζίνα είναι μαύρη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store