lilie
li
ˈli:
li
lie
lɪə
lie

Ορισμός και σημασία του "lilie"στα γερμανικά

Die Lilie
[gender: feminine]
01

κρίνος, λίλιο

eine elegante Blume mit langen Blättern und großen, oft duftenden Blüten
die Lilie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Lilie
πληθυντικός τύπος
Lilien
Παραδείγματα
Die Lilie gilt in vielen Kulturen als Symbol für Reinheit und Schönheit.
Το κρίνο θεωρείται σύμβολο αγνότητας και ομορφιάς σε πολλούς πολιτισμούς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store