Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Lilie
[gender: feminine]
01
κρίνος, λίλιο
eine elegante Blume mit langen Blättern und großen, oft duftenden Blüten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Lilie
πληθυντικός τύπος
Lilien
Παραδείγματα
Die Lilie gilt in vielen Kulturen als Symbol für Reinheit und Schönheit.
Το κρίνο θεωρείται σύμβολο αγνότητας και ομορφιάς σε πολλούς πολιτισμούς.



























