der leser
leser
le:sɐ
les
laserlegerleberleder

Ορισμός και σημασία του "leser"στα γερμανικά

01

αναγνώστης

Person, die etwas liest 
der Leser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Leser
αρσενικό ενικό
Leser
θηλυκό ενικό
Leserin
neutral form
Lesende
γενική πτώση
Lesers
Παραδείγματα
Viele Leser kaufen diese Zeitung täglich. 

Οι αναγνώστες αγοράζουν αυτήν την εφημερίδα καθημερινά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store