Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Lesebrille
01
Brille, die zum Lesen und für das Sehen im Nahbereich bestimmt ist , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Lesebrillen
γενική πτώση
Lesebrille
Παραδείγματα
Zum Lesen der Zeitung setzt sie ihre Lesebrille auf.
LanGeek



























