Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
leid tun
[past form: tat leid]
01
λυπάμαι, μετανιώνω
Mitgefühl oder Bedauern für jemanden haben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
leid
βασικό ρήμα
tun
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
tue leid
γ΄ ενικό πρόσωπο
tut leid
ενεστώτα μετοχή
leidtunend
απλός αόριστος
tat leid
παθητική μετοχή
leidgetan
Παραδείγματα
Der Hund tut mir leid, weil er allein ist.
Ο σκύλος μου κάνει λύπη γιατί είναι μόνος.



























