leid tun
leid
laɪ̯t
lait
tun
tu:n
toon
leidtun
leidtun

Ορισμός και σημασία του "leid tun"στα γερμανικά

leid tun
01

λυπάμαι, μετανιώνω

Mitgefühl oder Bedauern für jemanden haben 
leid tun definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
leid
βασικό ρήμα
tun
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
tue leid
γ΄ ενικό πρόσωπο
tut leid
ενεστώτα μετοχή
leidtunend
απλός αόριστος
tat leid
παθητική μετοχή
leidgetan
Παραδείγματα
Es tut mir leid, dass ich zu spät komme. 

Λυπάμαι που άργησα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store