Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
die Lehrveranstaltung
/ˈleːɐ̯fɛɐ̯ˌʔanʃtaltʊŋ/
Die Lehrveranstaltung
01
μάθημα, διάλεξη
Eine strukturierte Unterrichtseinheit an einer Hochschule oder Bildungseinrichtung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Lehrveranstaltung
πληθυντικός τύπος
Lehrveranstaltungen
Παραδείγματα
Für die Lehrveranstaltung muss man sich im Voraus anmelden.
Για το μάθημα, πρέπει να εγγραφείτε εκ των προτέρων.



























