leer
leer
le:ɐ
le
leserlegerleberleder

Ορισμός και σημασία του "leer"στα γερμανικά

01

άδειος, έρημος

Ohne Inhalt oder ohne Menschen 
leer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
leerste-
συγκριτικός βαθμός
leerer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Zustand, Objekte, Räume
Παραδείγματα
Die Flasche ist leer. 

Το μπουκάλι είναι άδειο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store