Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
leer
[comparative form: leerer][superlative form: leerste-]
01
άδειος, έρημος
Ohne Inhalt oder ohne Menschen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
leerste-
συγκριτικός βαθμός
leerer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Raum war völlig leer.
Το δωμάτιο ήταν εντελώς άδειο.



























