Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Lebensraum
01
βιότοπος, περιβάλλον διαβίωσης
Der Ort, an dem ein Tier oder eine Pflanze lebt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Lebensräume
γενική πτώση
Lebensraum(e)s
Παραδείγματα
Der Wald ist der Lebensraum vieler Tiere.
Το δάσος είναι ο βιότοπος πολλών ζώων.
LanGeek



























