Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Lebensform
01
τρόπος ζωής, μορφή ζωής
Die Art und Weise, wie ein Individuum oder eine Gesellschaft ihr tägliches Leben gestaltet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Lebensform
πληθυντικός τύπος
Lebensformen
Παραδείγματα
Die Lebensform der Nomaden ist faszinierend.
Ο τρόπος ζωής των νομάδων είναι συναρπαστικός.



























