Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Lebensform
01
τρόπος ζωής, μορφή ζωής
Die Art und Weise, wie ein Individuum oder eine Gesellschaft ihr tägliches Leben gestaltet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Lebensformen
γενική πτώση
Lebensform
Παραδείγματα
Die digitale Lebensform verändert unsere Kommunikation.
Ο ψηφιακός τρόπος ζωής αλλάζει την επικοινωνία μας.
LanGeek



























