die langeweile
langeweile
langəvaɪ̯lə
langēvailē

Ορισμός και σημασία του "langeweile"στα γερμανικά

Die Langeweile
01

πλήξη, βαρεμάρα

Ein unangenehmes Gefühl, das entsteht, wenn man nichts zu tun hat oder sich nicht unterhalten fühlt 
die Langeweile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Langeweile
Παραδείγματα
Die Kinder klagten über Langeweile im Unterricht. 

Τα παιδιά παραπονέθηκαν για βαρεμάρα κατά τη διάρκεια του μαθήματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store