Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Land
[gender: neuter]
01
χώρα
Ein Gebiet mit eigenen Grenzen und eigener Regierung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Land(e)s
πληθυντικός τύπος
Länder
Παραδείγματα
Er lebt seit fünf Jahren in einem fremden Land.
Ζει πέντε χρόνια σε μια ξένη χώρα.
02
ξηρά, έδαφος
Die feste Oberfläche der Erde, nicht das Wasser
Παραδείγματα
Im Winter ist das Land oft mit Schnee bedeckt.
Το χειμώνα, η χώρα είναι συχνά καλυμμένη με χιόνι.
03
επαρχία, αγροτική περιοχή
Ein Gebiet außerhalb der Stadt mit wenig Bebauung
Παραδείγματα
Das Leben auf dem Land ist ruhiger.
Η ζωή στην επαρχία είναι πιο ήρεμη.
Λεξικό Δέντρο
inland
irland
land



























