Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Lager
[gender: neuter]
01
αποθήκευση, αποθήκη
Ein Ort, wo Dinge aufbewahrt werden
Παραδείγματα
Das Lager ist groß.
Η αποθήκη είναι μεγάλη.
02
κατασκήνωση, στρατόπεδο
Ein Platz, wo Menschen für kurze Zeit wohnen oder schlafen
Παραδείγματα
Das Lager macht Spaß.
Το κατασκήνωση είναι διασκεδαστικό.


























