das lager
lager
la:gɐ
lag
laserleger

Ορισμός και σημασία του "lager"στα γερμανικά

01

αποθήκευση, αποθήκη

Ein Ort, wo Dinge aufbewahrt werden 
das Lager definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Lagers
πληθυντικός τύπος
Lager
Παραδείγματα
Die Kisten sind im Lager. 

Τα κουτιά είναι στο αποθήκη.

02

κατασκήνωση, στρατόπεδο

Ein Platz, wo Menschen für kurze Zeit wohnen oder schlafen 
das Lager definition and meaning
Παραδείγματα
Die Kinder sind im Lager. 

Τα παιδιά είναι στο κατασκήνωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store