die küste
küs
ˈkʏs
kus
te
kistekaste

Ορισμός και σημασία του "küste"στα γερμανικά

01

ακτή, παραλία

Der Rand eines Landes am Meer 
die Küste definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Küsten
γενική πτώση
Küste
Παραδείγματα
Wir machen Urlaub an der Küste. 

Είμαστε σε διακοπές στην ακτή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store