nnen
ˈkœ
koe
nnen
nən
nēn
kennen

Ορισμός και σημασία του "können"στα γερμανικά

können
01

ξέρω να, είμαι σε θέση να

Fähigkeit besitzen, etwas zu tun 
können definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kann
γ΄ ενικό πρόσωπο
kann
ενεστώτα μετοχή
könnend
απλός αόριστος
konnte
παθητική μετοχή
gekonnt
Παραδείγματα
Ich kann schwimmen. 

Εγώ μπορώ να κολυμπήσω.

02

μπορώ, είμαι σε θέση να

Die Möglichkeit oder Fähigkeit haben 
können definition and meaning
Παραδείγματα
Ich kann morgen kommen. 

Εγώ μπορώ να έρθω αύριο.

03

μπορώ, έχω άδεια

Erlaubnis haben 
können definition and meaning
Παραδείγματα
Kann ich hier rauchen? 

Μπορώ να καπνίσω εδώ;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store