Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kämpfen
[past form: kämpfte]
01
πολεμώ, αγωνίζομαι
Sich physisch oder mental gegen jemanden oder etwas wehren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kämpfe
γ΄ ενικό πρόσωπο
kämpft
ενεστώτα μετοχή
kämpfend
απλός αόριστος
kämpfte
παθητική μετοχή
gekämpft
Παραδείγματα
Die Boxer kämpfen um den Titel.
Οι πυγμάχοι πολεμούν για τον τίτλο.



























