kämpfen
Pronunciation
/kɛmfən/

Ορισμός και σημασία του "kämpfen"στα γερμανικά

kämpfen
[past form: kämpfte]
01

πολεμώ, αγωνίζομαι

Sich physisch oder mental gegen jemanden oder etwas wehren
kämpfen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kämpfe
γ΄ ενικό πρόσωπο
kämpft
ενεστώτα μετοχή
kämpfend
απλός αόριστος
kämpfte
παθητική μετοχή
gekämpft
Παραδείγματα
Die Boxer kämpfen um den Titel.
Οι πυγμάχοι πολεμούν για τον τίτλο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store