der kurpark
kurpark
kʊʁpaʁk
koorpark

Ορισμός και σημασία του "kurpark"στα γερμανικά

01

πάρκο λουτρών, θεραπευτικό πάρκο

Ein speziell gestalteter Park in einem Kurort, der zur Erholung und Therapie von Kurgästen dient, oft mit Brunnen, Promenaden und Heilquellen 
der Kurpark definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Kurparks
γενική πτώση
Kurparks
Παραδείγματα
Im Kurpark kann man das Heilwasser trinken. 

Στο θερμολουτρικό πάρκο, μπορείτε να πιείτε το θεραπευτικό νερό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

kurpark

kur

+

park

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store