Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Kurpark
01
πάρκο λουτρών, θεραπευτικό πάρκο
Ein speziell gestalteter Park in einem Kurort, der zur Erholung und Therapie von Kurgästen dient, oft mit Brunnen, Promenaden und Heilquellen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Kurparks
γενική πτώση
Kurparks
Παραδείγματα
Im Kurpark kann man das Heilwasser trinken.
Στο θερμολουτρικό πάρκο, μπορείτε να πιείτε το θεραπευτικό νερό.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
kurpark
kur
park



























