die kuppel
ku
ˈkʊ
κου
ppel
pəl
παλ
koppelkumpel

Ορισμός και σημασία του "kuppel"στα γερμανικά

01

θόλος, τρούλος

Ein gewölbtes Dach, meist halbrund oder kuppelförmig, das Gebäude krönt 
die Kuppel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Kuppeln
γενική πτώση
Kuppel
Παραδείγματα
Die Kuppel des Doms ist golden. 

Ο θόλος του καθεδρικού ναού είναι χρυσός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store