Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Kunststoff
01
πλαστικό, συνθετικό υλικό
Ein künstlich hergestelltes Material
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Kunststoff(e)s
πληθυντικός τύπος
Kunststoffe
Παραδείγματα
Dieser Stuhl ist aus Kunststoff.
Αυτή η καρέκλα είναι φτιαγμένη από πλαστικό.



























