der kunststoff
kunst
kʊnst
koonst
stoff
ʃtɔf
shtawf

Ορισμός και σημασία του "kunststoff"στα γερμανικά

Der Kunststoff
01

πλαστικό, συνθετικό υλικό

Ein künstlich hergestelltes Material 
der Kunststoff definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Kunststoffe
γενική πτώση
Kunststoff(e)s
Παραδείγματα
Dieser Stuhl ist aus Kunststoff. 

Αυτή η καρέκλα είναι φτιαγμένη από πλαστικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store