Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Kunststoff
[gender: masculine]
01
πλαστικό, συνθετικό υλικό
Ein künstlich hergestelltes Material
Παραδείγματα
Das Spielzeug ist aus buntem Kunststoff.
Το παιχνίδι είναι κατασκευασμένο από πολύχρωμο πλαστικό.


























