Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Kulturgut
[gender: neuter]
01
πολιτιστική κληρονομιά, πολιτιστικό αγαθό
Wertvolle Gegenstände oder Traditionen, die zur Kultur gehören
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Kulturgut(e)s
πληθυντικός τύπος
Kulturgüter
Παραδείγματα
Das Kulturgut wurde durch den Krieg beschädigt.
Η πολιτιστική κληρονομιά υπέστη ζημιές από τον πόλεμο.
Λεξικό Δέντρο
kulturgut
kultur
gut



























