Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Krise
01
κρίση, κρίσιμη κατάσταση
Eine schwierige oder gefährliche Zeit mit großen Problemen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Krisen
γενική πτώση
Krise
Παραδείγματα
Die Firma steckt in einer finanziellen Krise.
Η εταιρεία βρίσκεται σε οικονομική κρίση.
LanGeek



























