die krise
kri
ˈkʁi:
kri
se

Ορισμός και σημασία του "krise"στα γερμανικά

01

κρίση, κρίσιμη κατάσταση

Eine schwierige oder gefährliche Zeit mit großen Problemen 
die Krise definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Krisen
γενική πτώση
Krise
Παραδείγματα
Die Firma steckt in einer finanziellen Krise. 

Η εταιρεία βρίσκεται σε οικονομική κρίση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store