Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Kritik
[gender: feminine]
01
κριτική, καταγγελία
Bewertung oder Beurteilung von etwas, oft negativ
Παραδείγματα
Die Lehrer üben Kritik an den Schülern.
Οι δάσκαλοι ασκούν κριτική στους μαθητές.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κριτική, καταγγελία