der krieg
krieg
kʁi:k
krik

Ορισμός και σημασία του "krieg"στα γερμανικά

01

σύγκρουση, μάχη

Ein heftiger Streit oder Konflikt zwischen Menschen 
der Krieg definition and meaning
Παραδείγματα
Zwischen den Brüdern gab es oft Krieg. 

Πόλεμος μεταξύ των αδελφών συχνά υπήρχε.

02

πόλεμος, σύγκρουση

Ein Kampf zwischen Ländern mit Waffen und Soldaten 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Kriege
γενική πτώση
Krieg(e)s
Παραδείγματα
Der Krieg dauerte viele Jahre. 

Ο πόλεμος διήρκεσε πολλά χρόνια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store