Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Krieg
01
σύγκρουση, μάχη
Ein heftiger Streit oder Konflikt zwischen Menschen
Παραδείγματα
Manchmal ist Krieg nur ein Missverständnis.
Μερικές φορές, ο πόλεμος είναι απλώς μια παρεξήγηση.
02
πόλεμος, σύγκρουση
Ein Kampf zwischen Ländern mit Waffen und Soldaten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Krieg(e)s
πληθυντικός τύπος
Kriege
Παραδείγματα
Der Krieg verändert die Gesellschaft.
Ο πόλεμος αλλάζει την κοινωνία.



























