kreisen
kreisen
kʁaɪ̯sn
kraisn

Ορισμός και σημασία του "kreisen"στα γερμανικά

kreisen
01

περιστρέφομαι, κυκλοφορώ

Sich wiederholt im Kreis bewegen 
kreisen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
kreise
γ΄ ενικό πρόσωπο
kreist
ενεστώτα μετοχή
kreisend
απλός αόριστος
kreiste
παθητική μετοχή
gekreist
Παραδείγματα
Der Vogel kreist über dem See. 

Το πουλί κάνει κύκλους πάνω από τη λίμνη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store