Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kreisen
[past form: kreiste]
01
περιστρέφομαι, κυκλοφορώ
Sich wiederholt im Kreis bewegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
kreise
γ΄ ενικό πρόσωπο
kreist
ενεστώτα μετοχή
kreisend
απλός αόριστος
kreiste
παθητική μετοχή
gekreist
Παραδείγματα
Der Hubschrauber kreiste über der Unfallstelle.
Το ελικόπτερο περιέτρεχε πάνω από το σημείο του ατυχήματος.



























