Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kreisen
01
περιστρέφομαι, κυκλοφορώ
Sich wiederholt im Kreis bewegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
kreise
γ΄ ενικό πρόσωπο
kreist
ενεστώτα μετοχή
kreisend
απλός αόριστος
kreiste
παθητική μετοχή
gekreist
Παραδείγματα
Der Vogel kreist über dem See.
Το πουλί κάνει κύκλους πάνω από τη λίμνη.



























