kreisen
Pronunciation
/ˈkʀaɪ̯zn̩/

Ορισμός και σημασία του "kreisen"στα γερμανικά

kreisen
[past form: kreiste]
01

περιστρέφομαι, κυκλοφορώ

Sich wiederholt im Kreis bewegen
kreisen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
kreise
γ΄ ενικό πρόσωπο
kreist
ενεστώτα μετοχή
kreisend
απλός αόριστος
kreiste
παθητική μετοχή
gekreist
Παραδείγματα
Der Hubschrauber kreiste über der Unfallstelle.
Το ελικόπτερο περιέτρεχε πάνω από το σημείο του ατυχήματος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store