Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
krank
01
άρρωστος, αδιαθεσμένος
Körperliche oder seelische Beschwerden habend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
kränkste-
συγκριτικός βαθμός
kränker
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die kranke Frau geht zum Arzt.
Η άρρωστη γυναίκα πηγαίνει στο γιατρό.



























