Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Koralle
[gender: feminine]
01
κοράλλι, κοράλλι
Ein kleines Meerestier, das oft harte, farbige Strukturen bildet und Riffe aufbaut.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Koralle
πληθυντικός τύπος
Korallen
Παραδείγματα
Korallen leben ausschließlich im Meer.
Οι κοράλλια ζουν αποκλειστικά στη θάλασσα.



























