Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Kopie
[gender: feminine]
01
αντίγραφο, αποτύπωμα
Ein genaues Abbild von etwas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Kopie
πληθυντικός τύπος
Kopien
Παραδείγματα
Wir verteilen Kopien der Präsentation an alle Teilnehmer.
Κατανέμουμε αντίγραφα της παρουσίασης σε όλους τους συμμετέχοντες.



























