Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Kontakt
01
επικοινωνία, σχέση
Verbindung oder Beziehung zu einer Person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Kontakte
γενική πτώση
Kontakt(e)s
Παραδείγματα
Ich habe keinen Kontakt zu ihm.
Δεν έχω καμία επικοινωνία μαζί του.
LanGeek



























