Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Konsulat
01
προξενείο, πρεσβεία
Ein Amt eines Landes in einer anderen Stadt oder einem anderen Land
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Konsulate
γενική πτώση
Konsulat(e)s
Παραδείγματα
Ich gehe zum Konsulat.
Πηγαίνω στο προξενείο.
LanGeek



























