das konsulat
kon
ˈkɔn
kawn
su
zu
zoo
lat
la:t
lat

Ορισμός και σημασία του "konsulat"στα γερμανικά

01

προξενείο, πρεσβεία

Ein Amt eines Landes in einer anderen Stadt oder einem anderen Land 
das Konsulat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Konsulate
γενική πτώση
Konsulat(e)s
Παραδείγματα
Ich gehe zum Konsulat. 

Πηγαίνω στο προξενείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store