Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Konstellation
01
διαμόρφωση, αστερισμός
Eine spezifische Anordnung oder Zusammenstellung von Elementen in einer bestimmten Situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Konstellation
πληθυντικός τύπος
Konstellationen
Παραδείγματα
Die politische Konstellation ist günstig für Reformen.
Ο πολιτικός αστερισμός είναι ευνοϊκός για μεταρρυθμίσεις.
02
αστερισμός, αστρική διάταξη
Die relative Position von Sternen oder Planeten zueinander am Himmel
Παραδείγματα
Die Konstellation Orion ist im Winter sichtbar.
Ο αστερισμός του Ωρίωνα είναι ορατός το χειμώνα.



























