Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Konstellation
[gender: feminine]
01
διαμόρφωση, αστερισμός
Eine spezifische Anordnung oder Zusammenstellung von Elementen in einer bestimmten Situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Konstellation
πληθυντικός τύπος
Konstellationen
Παραδείγματα
Die Konstellation der Daten ergab ein klares Muster.
Ο αστερισμός των δεδομένων αποκάλυψε ένα σαφές μοτίβο.
02
αστερισμός, αστρική διάταξη
Die relative Position von Sternen oder Planeten zueinander am Himmel
Παραδείγματα
Deine Sternzeichen-Konstellation deutet auf Glück hin.
Ο αστερισμός του ζωδιακού σας κύκλου δείχνει τύχη.



























