Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Konstante
[gender: feminine]
01
σταθερά, αμετάβλητο
Etwas, das unverändert bleibt oder sich regelmäßig wiederholt
Παραδείγματα
In diesem Job ist Stress die einzige Konstante.
Σε αυτή τη δουλειά, το άγχος είναι η μόνη σταθερά.


























