die Konsequenz
Pronunciation
/kɔnzeˈkvɛnʦ/

Ορισμός και σημασία του "konsequenz"στα γερμανικά

Die Konsequenz
01

συνέπεια, αποτέλεσμα

Die logische Folge oder Auswirkung einer Handlung oder Entscheidung
die Konsequenz definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Konsequenz
πληθυντικός τύπος
Konsequenzen
Παραδείγματα
Jede Entscheidung trägt Konsequenzen in sich.
Κάθε απόφαση φέρει μέσα της συνέπειες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store