Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Konsequenz
01
συνέπεια, αποτέλεσμα
Die logische Folge oder Auswirkung einer Handlung oder Entscheidung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Konsequenz
πληθυντικός τύπος
Konsequenzen
Παραδείγματα
Jede Entscheidung trägt Konsequenzen in sich.
Κάθε απόφαση φέρει μέσα της συνέπειες.



























