konsequent
Pronunciation
/ˌkɔnzeˈkvɛnt/

Ορισμός και σημασία του "konsequent"στα γερμανικά

konsequent
01

συνεπής, αποφασιστικός

Mit Entschlossenheit und ohne Abweichung
konsequent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am konsequentesten
συγκριτικός βαθμός
konsequenter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Firma braucht konsequente Ergebnisse.
Η εταιρεία χρειάζεται συνεπή αποτελέσματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store